.

.

Τετάρτη, 20 Μαρτίου 2013

"Μασλάτι Νο.10-Τα λεφτόκαρα, του Ζτάλιου Χρήστου"


ΤΡΙΚΩΜΟ (ΖΑΛΟΒΟ) ΓΡΕΒΕΝΩΝ
Μασλάτι Νο.10 Τα λεφτόκαρα
(Μνήμες από Ζάλοβο)
     Πρός το τέλος της δεκαετίας του 60, στα χωριά μας έφτασε το ηλεκτρικό ρεύμα. Μέχρι τότε τις ανάγκες περισσότερο σε θέματα φωτισμού τις εξυπηρετούσαν οι γκαζόλαμπες, με τα περίφημα λαμπογιάλια. Λιγότερο φως βέβαια,αλλά απ’ τα κεριά καλύτερο. Γιά να φτάσει όμως το ρεύμα στις λάμπες και να ανάψουν αυτές, έπρεπε να προηγηθούν κάποιες εργασίες όπως σκαψίματα σε τοίχους και καλωδιώσεις.
     Και έτσι ένα πρωϊνό ήρθε η σειρά να γίνουν οι εργασίες στο σπίτι της μπάμπους Κώσταινας, η οποία ζούσε μόνη της.    Φθάνει λοιπόν το συνεργείο των ηλεκτρολόγων και ο πρωτομάστορας λέει στην Κώσταινα.
       -Άϊντι Γιαγιά σκόλασαν τά βάσανα σ’,απού μιθαύρου θά γλέπς μιά χαρά του βράδ, μέχρι κι τσιγκιλάκ(ι) θα μπουρείς νά πλέξς!!!!
       -Νάστι καλά ρα πιδιά μ’! Να του βάλτι κι αυτό του βλουημένου, γιατί μι βγαίν τα μάτια μ’τα βράδια κάτ΄απ΄τ΄γκαζόλαμπα. Κι άμα χάσου καμμιά θλειά στ’ πατούνα καρτιρώ να ρθεί η χαραή για να πααίνου παρακάτ, κι αφήνου του τσιαράπ στ’ μέσ’.
      -Θά καρτιρέσ’ μέχρι μιθαύρου που θα σκουλάσουμι! Τώραϊα θα σ’ αφήκουμι τουν Γιάνν’ να κάμ’ μερικά σκαψίματα κι μεις θαρθούμι του ταχιά να πιράσουμι τά καλώδια.
      -Καλά πιδίμ!! Ισείς ξέρτει τ’ δλειά σας!!!!
      Έμεινε λοιπόν ο Γιάννης,ο οποίος ήταν νεαρός.

        -Τί θα σι φλέψου του μισμέρ Γιάνν’; Έφκιασα πρασόπτα! Έχου κι πιτιρόπτα! Κι άμα δεν σ’αρέζν αυτά να σι τσιγαρίσου πατάτις μι αυγά! Έχου κι λαγγίτις μι πιτμέζ, γιά τώραϊα τ’ χαραή!
        Ο Γιάννης ήταν πολύ ακατάδεχτος και δεν έτρωγε σε ξένα σπίτια, πόσο μάλλον από γιαγιάδες.
       -Όχι γιαγιά, δεν τρώου στ’ δλειά, τρώου καλά σπίτ τ’χαραή κι μι κρατάει μέχρι ν’ ώρα που σκουλνούμι!!!!
       -Καλά πιδούλι μ! Μόγκι μην αντρέπισι! Να σι φκιάσου καφέ; Ισύ θα τουν πίντς κι μουνάτου!
       -Όχι γιαγιά ήπια κι καφέ τ’ χαραή, δεν θέλου άλλουν. Είπε ο Γιάννης που σιχαινόταν να φάει και να πιεί στα ξένα σπίτια και ειδικά από ηλικιωμένες.
       Και άρχισε ο Γιάννης τό σκάψιμο στους τοίχους, για τις σωληνώσεις.Τελείωσε δύο δωμάτια και έφθασε στην σάλα της Κώσταινας όπου και άρχισε το σκάψιμο. Η ώρα κόντευε δώδεκα και τον Γιάννη τον έπιασε μια λιγούρα,ενώ έβλεπε συγχρόνως έπάνω σ’ενα τραπέζι ένα τσιανάκι (μπώλ) γεμάτο λιφτόκαρα (φουντούκια). Δίστασε γιά μια στιγμή, αλλά μετα το σκέφτηκε καλύτερα, ήταν και η λιγούρα καί ο Γιάννης άπλωσε το χέρι και πήρε μισή χούφτα από αυτά και άρχισε να τρώει.
          Του φανήκανε λίγο υγρά και καθόλου τραγανά, αλλά δεν έδωσε τόσο σημασία, υπέθεσε ότι είχαν αποκτήσει κάποια υγρασία επειδή ήταν ξεσκέπαστα.
          Εκείνη την στιγμή που μασούσε τα λεφτόκαρα ο Γιάννης έρχεται και ή Κώστινα να τον ρωτήσει αν χρειάζεται κάτι.   Βλέποντας όμως τον Γιάννη να τρώει λεφτόκαρα, καταχάρηκε και του λέει.
         -Άχ πιδούλι μ ! Τι καλά που έχσς τα δόντια σ’ κι κριτσανάς λιφτόκαρα! Ιγώ η ιρμάδα δεν μπουρώ να τα μουτσιαλίσου· απού κουρίτσ’τάχου μιράκ(ι)! Αγουράζου τς νουαζέτις,αγλείφου τν’ τσικουλάτα απ’ όξου γύρου-γύρου κι τα λιφτόκαρα που έχ(ει) μέσα τα φτύνου σ’κείνουα του τσιανάκ(ι)! Κι έδειξε το μπώλ απ’ όπου πήρε ο Γιάννης τα φουντούκια.
Ακόμα κουσιέβ' ου Γιάντς!!
                                                                                                                                 Χρήστος Ζτάλιος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου