.

.

Τετάρτη, 5 Δεκεμβρίου 2012

"Μασλάτια Νο7, του Ζτάλιου Χρήστου"


TΡΙΚΩΜΟ (ΖΑΛΟΒΟ) ΓΡΕΒΕΝΩΝ
Ζαλοβίτικα μασλάτια (Μνήμες από Ζάλοβο)
Νο. 7 Τό άγριο Μουλάρι.
     Αγρουκτηνοτρόφους ήταν ου Κώτσιους, ιργατικός κι φιλότ'μους, σκουτώνουνταν όλ(η) τ’ χρουνιά στ’ δλειά, αμπέλια, γίδια, αρνίτια κι ένα σουρό άλλις δλειές. Όμους τουν λείπουνταν η γναίκα, κι έτς τ’απουφάσισι μια μέρα κι πήγι κι χάλιψι τ’Μαριγούλου, που ν είχι βάλλ απού κιρό στου μάτ(ι). Τα κατάφιρι κι τν παντρεύτκι του χ(ει)νόπουρου, κι πέρασι έναν αξέχαστου χ(ει)μώνα κάτ απ’τα σκιουπάσματα. Κάπουτε όμους όταν ήρθι η άν(οι)ξ βγήκαν στ’αμπέλια, κι στς πουλλές τς δλειές. H Μαριγούλου στάθκει γιρή δίπλα στούν Κώτσιου, γιατί ήταν τσιαπούνγκια, δουλιφταρού,κι άξια γναίκα· μόγκι που δεν άκουγι τουν κώτσιου που ν ίλιγι.
      -Μο Μαριγούλου!! Ιδώ μα !!! Μη ζγώντς σ'μα, κι προυπαντός μην πιρνάς πίσου απ’τουν Ντάσιου!! Του μπλάρ σκιάζιτι εύκουλα κι κλουτσάει, κι θα σι φκιάσ(ει) κάνα ζαράλ.Άκσις !!! 'Ακσα πέμι!!.
    Η Μαριγούλου όμους αστοχούσι απάν στ φούρια τς κι δεν συμμουρφώνονταν μι τς ουρμήνιις τ’ Κώτσιου. Κι έτς μια κακιά στιγμή καθώς πιρνούσι πίσου απ’τουν Ντάσιου, αυτός σκιάχκι, πάτσι γιρά στα δυό μπρουστνά πουδάρια, κι μι τα πισνά κατάφιρι μια γιρή κλουτσιά στου κιουφάλ τς Μαριγούλους κι τν άφκι στουν τόπου. Ν' έκλαψι ου Κώτσιους, ν έκλαψαν οι συγγινείδις, ν έκλαψι κι όλου του χουριό.
      Κόντιβι ξανά ου χ(ει)μώνας κι ου Κώτσιους τν μουναξιά δεν τν άντιχι. Βρήκι κινούργια γναίκα τ’ Διαμαντούλου κι ξαναπαντρέφκι, κι πέρασι πάλι έναν καλό χ(ει)μώνα. Όμως ήρθι η άν(οι)ξ κι βγήκαν πάλι στ δλειά,κι εκεί ή μοίρα τουν έπαιξι του ίδιου κακό παιχνίδ κι η Διαμαντούλου μι τουν ίδιου τρόπου ακουλούθσι τ’ Μαριγούλου στα κοιμητήρια. Για να μη τα πουλυλουγούμι ου Κώτσιους νέου παλληκάρ ήταν ,κι έκαμι κι τρίτ' προυσπάθεια για να φτιάξ τ’ ζωή τ. Βρήκι τν’Πανάϊου κι τν παντρεύκει κι αυτήν· μα κι αυτή η ερμάδα είχι ν' ίδια τύχ(η). Πήγι κι αυτή απ’τουν Ντάσιου.
   Σν’ κηδεία τς Πανάϊους γίνκει χαμός ,ου κόσμους έκλιγι για τς τρείς τς γναίκις ,αλλά και για τν κακή τύχ(η) τ’Κώτσιου που έκαμι όλις τς προυσπάθειεις που δικαιούνταν για να φτιάσ φαμπλιά, κι τιλικά δεν τα κατάφιρι. Kι όταν ου Παπαμκόλας σκόλασι με του τελετουργικό τς κηδείας, ου κόσμους πέρασι ένας ένας κι συλλυπήθκι τουν Κώτσιου. Ύστερα που σκόλασαν όλα αυτά κι έφυγαν όλ(οι), ου Μπράτμους τ’Κώτσιου που ήταν ικεί κι τηρούσι, κόντιψι τουν Κώτσιου κι τουν ρώτσι.
     -Α..ρα Μπράτμι!!! Τηρούσα ικεία τουν κόσμου π’σ’ έδινι συλλυπητήρια, κι μ’έκανι ιντύπουσ που όταν σι συλλυπούνταν οι γναίκις τς ευχαριστούσις, κι κνούσεις του κιουφάλ κατά σιακάτ, κι όταν σι συλλυπούνταν οι άντρ' τς’ευχαριστούσις, κι κνούσεις του κιουφάλ κατά σιαπάν,γιατί; Κι ου Κώτσιους τουν απάντσι.
   - Οι πούστδις οι άντρ,δεν μι συλλυπούνταν,αλλά όλ(οι) μι ρωτούσαν<<Κώτσιου του πλάς του μπλάρ;>>  κι ιγώ τς ίλιγα όχ(ι)!!!!.

Χρήστος Ζτάλιος

1 σχόλιο: