ΤΡΙΚΩΜΟ (ΖΑΛΟΒΟ) ΓΡΕΒΕΝΩΝ
Μασλάτι Νο8. Ο ΜΟΥΡΓΟΣ
(Μνήμες Από το Ζάλοβο)

-Μπάρμπα Νάσιου πες
μας καμμιά παλιακιά ιστορία από εκείνες τις καλές.
-Άϊντι !! Καθείστε να σας πω αυτήν που μου έλεγε
και μένα ο Παππούς μου παλιά, αλλά νά ανάψω όμως πρώτα ένα τσιγάρο. Είπε ο
Μπάρμπας μου και έβγαλε ένα πακέτο Έθνος, πήρε ένα τσιγάρο το άναψε και αφού
τράβηξε μια ρουφηξιά άρχισε να λέει.
Πρίν από πολλά χρόνια σ’ένα μαντρί πάνω από την κοκκινόπετρα, (περιοχή
Σκλήθρα) ζούσε ένας σχετικά νέος τσοπάνος, που τον έλεγαν Γκουντή (Κωσταντή). Είχε 100 διαλεχτά
πρόβατα, που τα αγαπούσε και τα φρόντιζε με υποδειγματική στοργή.Ο Γκουντής λοιπόν
ήταν πολύ μερακλής, μέχρι και στο Ατ παζάρ στο Μαυρονόρος πήγε, και αγόρασε το
καλύτερο κριάρι που θα ζευγάρωνε με τα πρόβατά του. Τον χειμώνα που η μέρα ήταν
μικρή το κοπάδι του δεν το πήγαινε πολύ μακριά από εκεί· ανέβαινε στην
Σιούλα, στο Ζιάννη, στην Τσιγαρίδα, στο Φράψο, μέχρι την Κερασιά, Στενό Σύρματα, Βαρκά-Τσιάχ’, περιοχές που ήταν γύρω
από το μαντρί του. Την άνοιξη όμως και το καλοκαίρι, σκαρφάλωνε σε πιο ψηλά
μέρη,όπου και τα πιο άβροχα καλοκαίρια τα πρόβατά του αναζητούσαν το δροσερό
χορτάρι και πίνανε νερό από μια βρύση όπου υπήρχε μια υποτυπώδη πετρόκτιστη κουπάνα. Βέβαια η
βρύση αυτή ήταν το Στενό, που δεν ικανοποιούσε απολύτως τις ανάγκες του
κοπαδιού, αλλά υπήρχαν ρέματα που είχαν νερό χειμώνα καλοκαίρι. Αυτά ήταν το ρέμα
του Στόγκου, και το άλλο της Γιαννίτσης που αντάμωναν στα
<<Σμιξώματα>> και από κάτω ονομαζόταν λάκκος τ’ Αργύρ’, όπου παλιά
υπήρχε ο νερόμυλος κάποιου Αργύρη που τα
θεμέλια του σώζονται μέχρι σήμερα. Εκτός από τα ρέματα πάντα υπήρχε και το
ποτάμι μας ο Βενέτικος. Έτσι λοιπόν ακολουθούσε και άλλη διαδρομή, Σύρματα ανάμεσα
από Κοκκινόπετρα καί παλιοκόπρα του Μπήλιου-Μπαρτζιανού(πόρος Ζιαννιού)-Κυλαρίτσα-Μπαμπανάση,
και επιστροφή στη βάση του.
Και ένα πρωϊνό εκεί στην πέτρα
του Ζιάννη βρίσκει ένα πολύ μικρό φοβισμένο
λυκόπουλο· μάλλον οι γονείς του είχαν σκοτωθεί σε καρτέρι. Το πήρε και το
φρόντισε ιδιαίτερα. Κατάφερε να το κρατήσει στην ζωή και λόγω του ότι είχε γκρίζο
σκούρο χρώμα το όνόμασε Μούργο. Ό Μούργος μεγάλωσε κοντά του και κοντά στα
πρόβατακαι έγινε ένας μεγάλος σωματώδης λύκος. Ο Γκουντής τον αγαπούσε πάρα
πολύ, αλλά και ο Μούργος τού ήταν πολύ πιστός κι έτσι έμεινε ο μόνος φύλακας της
στάνης. Μια χειμωνιάτικη βραδιά, ο Γκουντής αφού τακτοποίησε την στάνη, ξεκίνησε πεζός
για το Ζάλοβο όπου είχε να τελειώσει μια δουλειά που δεν έπαιρνε αναβολή. Φτάνοντας
κάτω στο παλιό γεφύρι, γυρίζει και βλέπει τον Μούργο να τον ακουλουθεί. Τον
μάλλωσε πολύ άγρια· εκείνος πειθαρχικός όπως ήταν γύρισε πίσω για το μαντρί και
ο Γκουντής συνέχισε τον δρόμο για το Ζάλοβο,όπου και διανυκτέρευσε. Πριν από τα
χαράματα ξεκίνησε πάλι για το μαντρί και φτάνοντας εκεί αντικρύζει ένα σωρό
από νεκρά πρόβατα και δίπλα τον Μούργο να τον κοιτάει περίλυπος. Η σκέψη του
Γκουντή πήγε στο χθεσινό άγριο μάλλωμα και αμέσως θυμήθηκε την παροιμία που
λέει

-Αυτή είναι η ιστορία του Γκουντή, δεν ξέρω αν
σας άρεσε; Είπε ο Μπάρμπα Νάσιος με πιο βαριά φωνή.
-Πολύ καλή !!!Αλλά κρίμα για τον
Μούργο,δεν έπρεπε να τον σκοτώσει.
-Απ΄αυτό πρέπει να καταλάβετε, ότι δεν πρέπει
ποτέ να παίρνετε αποφάσεις επάνω στα νεύρα σας. Είπε ο Μπάρμπας μου και έσβησε
το τσιγάρο που κόντευε να του κάψει τα δάχτυλα.
Χρήστος Ζτάλιος Τοπονύμια:Απόστολος Ε. Αποστολίδης