.

.

Πέμπτη, 1 Νοεμβρίου 2012

Τα παιχνίδια μας, γράφει ο Χρ. Ζτάλιος...


ΤΑ ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ ΜΕ ΤΑ ΟΠΟΙΑ ΜΕΓΑΛΩΣΑΜΕ

             (Μνήμες από Ζάλοβο)           
Το παιχνίδι είναι μιά αυθόρμητη συμπεριφορά των παιδιών που δεν έχει σαφή στόχο, ούτε ακολουθεί κάποιο πρότυπο· γίνεται γιά την ευχαρίστηση καί την ψυχαγωγία που προκαλεί, βοηθά τα παιδιά να αναπτυχθούν σωστά σωματικά καί νοητικά καί ευεργετεί όσα εξακολουθούν να παίζουν ακόμη καί σε μεγαλύτερη ηλικία. Απεναντίας αν τα μικρά παιδιά στερηθούν γιά κάποιους λόγους το παιχνίδι, η ανάπτυξη τους μπορεί να μην ολοκληρωθεί φυσιολογικά. Τά παιδιά μέσα από τα παιχνίδια βιώνουν διάφορες καταστάσεις καί νιώθουν πολλά συναισθήματα όπως χαρά, αγάπη καί πόνο, Παίρνοντας έτσι περισσότερα εφόδια γιά να αντιμετωπίσουν καί να ξεπεράσουν τις δύσκολες καταστάσεις της μετέπειτα ζωής τους. Την δεκαετία του 60 καί στις αρχές του 70, εμείς οι σημερινοί πενηντάρηδες καί εξηντάρηδες παίζαμε τα πατροπaράδοτα παιχνίδια, αυτά που μάθαμε από τους μεγαλύτερους καί από τους  γονείς μας. Γιά μας τότε το παιχνίδι ήταν εσωτερική ανάγκη· η πρώτη κουβέντα που λέγαμε όταν βρισκόμασταν τα παιδιά μεταξύ μας ήταν << Παίζουμε;>>.

   Aργότερα με την ανάπτυξη της βιομηχανικής επανάστασης τα φτιαχτά παιχνίδια μας έγιναν βιομηχανικά καί τα υπόλοιπα γίναν ηλεκτρονικά, παίζονται στις οθόνες  τηλεοράσεων καί υπολογιστών καί δεν συμβάλλουν στη σωστή σωματική ανάπτυξη καί προσωπικότητα του παιδιού. Καί έτσι άντί το παιδί να πρωταγωνιστεί, γίνεται θεατής των παιχνιδιών. Καί αυτή η αδράνεια μόνο αρνητικές συνέπειες έχει στην ζωή του.



 ΑΤΟΜΙΚΑ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΑ

   Παιχνίδια που γινόταν με την βοήθεια των μεγαλυτέρων καί ήταν απλά καί λιτά· τα είχαμε περισσότερο γιά διασκέδαση.

  1) ΦΤΕΡΩΤΗ: Παίρναμε ένα σανιδάκι 2 χιλ.στενό, 25 εκατ.μακρύ καί 2 εκατ. πλατύ καί το τρυπούσαμε στην μέση. Κόβαμε 2 σκληρά χαρτάκια σε ορθογώνιο σχήμα 5χ7 εκατ. καί τα κολλούσαμε με αλευρόκολλα στις άκρες του σανιδιού με αντίθετη φορά. Στήν συνέχεια παίρναμε ένα μικρό στυλιαράκι περίπου 40 εκατ. καί καρφώναμε όχι πολύ σφιχτά το σανιδάκι, από την τρύπα που είχαμε κάνει στήν άκρη του στυλιαριού. Το είχαμε προτεταμένο, τρέχαμε καί αυτό γύριζε.

  2) ΧΠΑΡΑ: Κόβαμε ένα ίσιο κομμάτι κουφοξυλιάς περίπου 15 εκατ. καί αφαιρούσαμε από μέσα την ψύχα καθαρίζοντάς το καλά. Παίρναμε ένα ξύλο κρανιάς με μήκος περίπου όσο της κουφοξυλιάς καί πάχος όσο το εσωτερικό της. Αφήναμε αυτό το πάχος γιά 1 εκατ. στην μία άκρη, καί το υπόλοιπο το λεπταίναμε, δημιουργώντας ένα έμβολο. Στο τέλος παίρναμε κιτρομπόμπουλα από κέδρο καί τα τοποθετούσαμε στο εσωτερικό της κουφοξυλιάς καί πιέζαμε απότομα με το έμβολο. Ο αέρας που συμπιέζονταν πετούσε μακριά το κιτρομπόμπουλο δημιουργώντας κρότο.
3) ΓΚΥΛΑΝΤΡΟΣ: Παίρναμε ένα μικρό μεταλλικό στεφάνι από βαένι, καί ένα χοντρό σκληρό σύρμα το οποίο το διαμορφώναμε κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να κρατάει καί να σπρώχνει το στεφάνι γιά να κυλήσει. Γινόταν αγώνες γιά το ποιός είχε τον πιό γρήγορο Γκύλαντρο, ποιός οδηγούσε καλύτερα καί ποιός έβγαζε ευκολότερα τις ανηφόρες. Εδώ μην έκανες το λάθος καί πατούσες το στεφάνι όταν ήταν πεσμένο κάτω, πεταγόταν καί σε χτυπούσε λίγο πιό κάτω από το γόνατο, το <<Λέλι λέλι >> το έλεγες γιά κανένα μισάωρο καί ακουγόταν σε όλο το Ζάλοβο..

  4) ΣΒΟΥΡΑ: Την φτιάχναμε από ξύλο, είχε σχήμα καρδιάς καί είχε ένα καρφί στο κάτω μέρος, που βοηθούσε να περιστρέφεται καλύτερα, την τυλίγαμε με σκοινί καί την πετούσαμε κάτω με κάποια δύναμη τραβώντας το σκοινί καί αυτή γύριζε γύρω γύρω. Κέρδιζε αυτός που η σβούρα του γύριζε περισσότερη ώρα. Τις καλύτερες καί ωραιότερες σβούρες έφτιαχνε ο Αλέκος ο Πούλιος.

  5) ΛΑΣΤΙΧΑ: (Σφεντόνα) Παίρναμε μιά διχάλα (φούρκα την λέγαμε) από ξύλο κρανιάς καί δέναμε ένα ζευγάρι λάστιχα στα δύο άκρα της διχάλας, ένα γιά το καθένα, τα δέναμε γερά στο πίσω μέρος με ένα μικρό κομμάτι δέρμα (πετσί), όπου τοποθετούσαμε την πέτρα. Εκμεταλλεύομασταν τήν ελλαστικότητα των λάστιχων, κυνηγούσαμε πουλιά καί κάναμε αγώνες σκοποβολής καί μερικές φορές σπάζαμε καί κανένα τζάμι. Στήν σκοποβολή καλύτερος όλων ο Κώστας Δασκαλόπουλος ο μόνος που πέτυχε πουλί στον αέρα.

  6) ΠΑΤΙΝΙ: Το φτιάχναμε από σανίδια, (μέχρι καί θρανίο κλέψαμε από το σχολείο γιά την κατασκευή του) καί χρησιμοποιούσαμε μεγάλα ρουλεμάν ή αλλετρένιες ρόδες. Το στολίζαμε μέ φωτογραφίες ποδοσφαιριστών της εποχής εκείνης καί γιά λίπανση των ρουλεμάν χρησιμοποιούσαμε λίγδα γουρουνιού. Πήγαινε καλά στην κατηφόρα· στο ισάδι όλο καί κάποιος μικρός θα έσπρωχνε με αντάλλαγμα μία καβάλλα. Το καλύτερο πατίνι με αλλετρένιες ρόδες το είχε ο Σάκης Παπακώστας.

  7) ΤΟΞΟ: Κόβαμε ένα ίσιο κομμάτι κρανιάς (Στα Σιώματα είχε μπόλικες) περίπου 70-80 εκατ. μακρύ καί πάχος όσο ένα δάχτυλο καί αφού το καθαρίζαμε καλά δέναμε τις δύο άκρες του με έναν γερό σπάγγο, αφού προηγουμένως είχαμε δώσει ημικυκλικό σχήμα στο ξύλο. Γιά βέλη χρησιμοποιούσαμε πάλι κομμάτια κρανιάς πολύ λεπτότερα, ενώ στο μπροστινό μέρος αυτών τοποθετούσαμε ένα μικρό κομμάτι περίπου 2 εκατ. (κλιούφ) από κλήμα αμπελιού.
ΟΜΑΔΙΚΑ
   Παιχνίδια γιά ψυχαγωγία καί διασκέδαση. Στα ομαδικά παιχνίδια πάντα υπήρχε ένα παιδί που έκανε την μάννα, ή οι δύο αρχηγοί που φτιάχνανε τς ομάδες τους. Στα αγόρια διάλεγε πρώτα εκείνος από τους αρχηγούς, που βάζοντας τα πόδια του κολλητά το ένα με το άλλο προχωρούσε προς τον άλλον καί όποιου το πόδι ακουμπούσε πρώτα του άλλου διάλεγε πρώτος. Τα κορίτσια ως συνήθως είχανε την γνωστή Κου-μπα-νιά. Κάνανε έναν κύκλο καί βάζανε τα χέρια τους με τις παλάμες προς τα κάτω καί κουνούσανε τα χέρια τους πάνω κάτω τρείς φορές λέγοντας Κου-μπα-νιά. Βλέπανε ύστερα πως κοιτούσαν οι παλάμες του κάθε κοριτσιού. Αποχωρούσαν τα κορίτσια που είχαν την πλειοψηφία καί συνέχιζαν την ίδια διαδικασία με τα κορίτσια που δεν είχαν βγεί, ώσπου να μείνει ένα.

                      Ομαδικά.(μέ δύο παιδιά).

  Εδώ είχαμε καί το γνωστό:<< Ήρθε μιά γρηά απ΄το Βόλο κι έφερε το χάσι χάσι, Παναγίτσα μου να χάσει>>. Επίσης είχαμε καί το << Ζάρ-ζάρ>> από τον νικητή προς τον ηττημένο.

  1) ΚΟΥΚΟΣ – ΑΝΕΜΟΣ : Τό παιδί που έπαιζε πρώτο έβαζε ένα μικρό πετραδάκι, στην μιά χούφτα του καί έφερνε τα χέρια πίσω από τις πλάτες του αλλάζοντας μερικές φορές το πετραδάκι στις χούφτες του, γιά να μπερδέψει τον αντίπαλο. Ύστερα έφερνε καί τις δύο χούφτες του μπροστά κλειστές καί έλεγε στο άλλο παιδί: Κούκος ή Άνεμος; Το άλλο παιδί προσπαθούσε να μαντέψει που είναι το πετραδάκι, λέγοντας Κούκος γιά την χούφτα που πίστευε ότι είχε το πετραδάκι καί γιά την άλλη χούφτα που δεν είχα τίποτα, Άνεμος. Αν το έβρισκε κέρδιζε έναν πόντο (Δέκα πόντοι μιά γκαλγκούτσια) καί αλλάζανε ρόλους

  2) ΤΡΙΩΤΑ: Η γνωστή τρίλιζα, μόνο που τότε παιζόταν κάτω στο χώμα με μικρά πετραδάκια καί μικρά ξυλάκια γιά πούλια.

  3) ΤΣΙΟΥΤΣΙΟΥΜΑΛΑ: Το παιχνίδι παιζόταν αποκλειστικά από αγόρια με αμύγδαλα ή καρύδια. Στήν βάση συνήθως ενός δέντρου ανοίγαμε μία λακκούβα πλάτους 12 εκατ. καί βάθους 7 εκατ., καί από απόσταση περίπου δύο μέτρων προσπαθούσαμε να ρίξουμε μέσα στην λακούβα ζυγό αριθμό αμυγδάλων. Αν το καταφέρναμε παίρναμε από αυτόν που έκανε την μάννα τον αντίστοιχο αριθμό αμυγδάλων, αν ρίχναμε μέσα στην λακούβα μονό αριθμό, τότε τα έπαιρνε η μάννα. Κέρδιζε αυτός που όταν τελείωνε το παιχνίδι είχε περισσότερα αμύγδαλα από αυτά που είχε ξεκινήσει. Το παιδί που προσπαθούσε να ρίξει στην λακκούβα τα αμύγδαλα, έλεγε πρώτα τα παρακάτω λόγια: <<Τσιουτσιουμάλα φέρει κι άλλα, έξη μέσα, ένα έξω>> αν έριχνε εφτά αμύγδαλα.          

                     Ομαδικά.(με πιό πολλά παιδιά)

 
  1) ΤΣΙΜ ΤΣΙΜ ΤΟΥ ΛΙΦΤΟ: Έβαζε το  χέρι του ένα παιδί πάνω σ΄ένα τραπέζι με την παλάμη από κάτω, ένα άλλο παιδί έβαζε το χέρι του τσιμπώντας πάνω στο χέρι του πρώτου παιδιού καί ύστερα ένα αλλο έβαζε το χέρι του καί αυτό τσιμπώντας το χέρι του δεύτερου παιδιού καί ανεβοκατέβαζαν τά χέρια τους τραγουδώντας:

   Τσιμ τσιμ του λιφτό

   Κρούει ου δράκους του νιρό

   Κι φουνάζει Γριβινοί

   ..................................

   Ποιός θα πάει να του φερ;

   Εγώ!! Λέγανε συνήθως τα μικρότερα παιδιά καί προσπαθούσανε να απελευθερώσουνε τα χέρια τους καί να σηκώσουν το δάχτυλο. Τα παιδιά γελούσαν με το πάθημα ορισμένων παιδιών που πάνω στην βιασύνη τους, προσπαθούσανε να τραβήξουν το χέρι από εκεί που ήταν πιασμένο με τσιμπησιά  καί το αλλο παιδί δεν τ΄άφηνε.

  2) ΠΕΤΑΕΙ – ΠΕΤΑΕΙ: Το παιγνίδι αυτό παιζόταν από 5 ή 6 παιδιά. Ένα παιδί έκανε την μάννα· βάζαμε όλοι τον δείκτη του δεξιού μας χεριού, στον δείκτη του δεξιού χεριού της μάννας. Η μάννα ξεκινούσε το παιχνίδι λέγοντας πάντα γρήγορα << πετάει,πετάει>> κάτι που πραγματικά πετάει, π.χ. πετάει πετάει ο αετός! Τα παιδιά έπρεπε να σηκώσουν γρήγορα τον δείκτη του δεξιού τους χεριού σε ένδειξη ότι συμφωνούν. Η μάννα συνέχιζε πάντα γρήγορα λέγοντας, πετάει πετάει ο Τοτός γιά να παραπλανήσει τα παιδιά. Όσοι σηκώναν το χέρι εδώ δέχονταν χτυπήματα στα χέρια από τα άλλα παιδιά, ή ήταν υποχρεωμένα να μιμηθούν την φωνή του γαϊδάρου ή του γουρουνιού.

  3) ΤΑ ΣΠΙΤΙΑ: Το παιχνίδι αυτό το παίζαμε τα βράδια του χειμώνα συνήθως πριν κοιμηθούμε. Ρωτούσε αυτός που άρχιζε το παιχνίδι: Είναι ένα σπίτι που έχει ένα αντρόγυνο μία μπάμπου καί δυό κορίτσια; Οι υπόλοιποι που άκουγαν έπρεπε να βρούν σε ποιό σπίτι στο χωριό υπήρχαν αυτά τα άτομα. Αυτός που το έβρισκε συνέχιζε τις ερωτήσεις στους υπόλοιπους.

  4) ΖΙΟΥΖΙΑΝΟΣ: Τα καλοκαίρια οι Ζιούζιανοι (Μεγάλες χρυσόμυγες) μαζεύονταν συνήθως επάνω στα βούζια. Εκεί τους πιάναμε καί με μιά γερή λεπτή κλωστή τους δέναμε μεταξύ θώρακα καί κοιλιάς καί τους γυρίζαμε γύρω γύρω γιά να αναγκασθούν νά πετάξουν καί να βουΐξουν. Καμάρωνε αυτός που είχε τον μεγαλύτερο καί πιο θορυβώδη Ζιούζιανο.

  5) ΚΟΥΛΟΥΦΩΤΙΕΣ: Τις πιάναμε τα βράδια στις αρχές του καλοκαιριού που πετούσαν ελεύθερες καί χαράζαμε επάνω στα ρούχα μας καί στα χέρια μας φωτεινές γραμμές καί διάφορα σχήματα.

  6) ΕΝΝΙΑΠΕΤΡΑ: Η εννιάπετρα παιζόταν με δύο ομάδες των 6-7ατόμων η κάθε μία. Γιά να αρχίσει το παιχνίδι χρειαζόμασταν εννιά μικρές πλάκες καί ένα τόπι από πανιά τότε, (αργότερα μικρή μπάλα). Τίς πλάκες τις βάζαμε την μία πάνω στην άλλη σχηματίζοντας έναν πύργο. Η πρώτη ομάδα στεκόταν πίσω από τον πύργο καί κοντά του η δεύτερη ομάδα στεκόταν 7-8 μέτρα απέναντι από τον πύργο καί από τήν πρώτη ομάδα καί προσπαθούσε με το τόπι να γκρεμίσει τον πύργο. Κάθε παιδί είχε μία ευκαιρία, αν δεν τον γκρέμιζε κανένα παιδί αλλάζανε ρόλο οι ομάδες. Αν κάποιο παιδί έριχνε την εννιάπετρα, τότε οι ομάδες διασκορπίζονταν στον χώρο καί η μεν πρώτη ομάδα επιδίωκε να κάψει τους παίχτες της δεύτερης ομάδας χτυπώντα τους με το τόπι καί βγάζοντάς τους από το παιχνίδι, η δε δεύτερη ομάδα προσπαθούσε να ξανακτίσει τον πύργο. Εάν προλάβαινε η δεύτερη ομάδα καί έστηνε την εννιάπετρα, φώναζε ψήθηκε καί κέρδιζε ένα σετ παιχνιδιού. Εάν η πρώτη ομάδα κατόρθωνε καί έκαιγε όλους τους παίχτες της δεύτερης ομάδας, τότε κέρδιζε αυτή ένα σετ. Στό τέλος κέρδιζε η ομάδα με τα πιό πολλά σετ.

  7) ΜΠΙΤΣΚΑΚΑ: Παιζόταν από 6-7 παιδιά. Κάναμε έναν κύκλο με διάμετρο 2,5- 3 μέτρων περίπου καί στό κέντρο του κύκλου κάναμε μία λακούβα γιά να χωράει ένα παλιό τενεκεδάκι από γάλα συνήθως,(παφλέτς) το λέγαμε εμείς τότε. Επάνω στην περιφέρεια του κύκλου κάθε παιδί έκανε μία μικρή λακουβίτσα, ίσα ίσα γιά να χωράει η μύτη μιάς βέργας που κρατούσε. Ένα άλλο παιδί έπαιζε τον ρόλο του Γουρνάρη καί προσπαθούσε με την δική του βέργα σπρώχνοντας το τενεκεδάκι να το περάσει μέσα στον κύκλο καί να το βάλλει στην λακούβα στο κέντρο του κύκλου. Τα υπόλοιπα παιδιά εμποδίζαμε το παιδί που προσπαθούσε να βάλλει τενεκεδάκι στο κέντρο του κύκλου χτυπώντας με τις βέργες μας το τενεκεδάκι. Αν όμως ο Γουρνάρης προλάβαινε να βάλλει την μύτη της βέργας σε κάποια λακουβίτσα που ήταν άδεια, τότε έπιανε θέση καί αλλάζανε ρόλους. Καί προσπαθούσε τότε το άλλο παιδί που έχασε την θέση, δηλαδή ο καινούργιος Γουρνάρης να βάλλει το τενεκεδάκι στην λακούβα στο κέντρο του κύκλου. Κατά την διάρκεια του παιχνιδιού τα παιδιά πού είχαμε τις βέργες μας στην περιφέρεια του κύκλου προκαλούσαμε τόν Γουρνάρη φωνάζοντας ειρωνικά το τσιόχ-τσιόχ καί μπιτς-μπιτς, που είναι τα γνωστά μαυλίσματα γιά το γουρούνι.

  8) Ψ'ΛΗ ΚΑΜΠΛΙΤΣΑ: Τα παιδιά χωριζόμασταν σε δύο ομάδες των 5-6 ατόμων η κάθε ομάδα, καί παίρναμε ένα χοντρό σκοινί 2-3 μέτρων, αν δέν βρίσκαμε σκοινί ενώναμε τίς ζώνες μας. Η πρώτη ομάδα σχημάτιζε έναν κύκλο αφού πιάνονταν οι παίχτες της από τους ώμους με τα χέρια καί σκύβοντας τα κεφάλια προς το κέντρο. Ένα αλλο παιδί από την πρώτη ομάδα που βρίσκονταν έξω από τον κύκλο, έπαιζε τον ρόλο της μάννας, έδενε την ομάδα με το σκοινί καί με το σκοινί που περίσευε, γύριζε γύρω γύρω προσέχοντας την ομάδα. Τα παιδιά της δεύτερης ομάδας επιδίωκαν να πηδήξουν καί να ανεβούν καβάλλα, στα παιδιά της πρώτης ομάδας. Στήν προσπάθεια αυτή όμως η μάννα που είχε το σκοινί επιδίωκε να χτυπήσει με το σκοινί το παιδί που κάνει την προσπάθεια καί αν το κατόρθωνε το έκαιγε καί το έβγαζε από το παιχνίδι. Το παιδί όμως που κατόρθωνε καί ανέβαινε καβάλλα, δεν μπορούσε να το χτυπήσει με το σκοινί. Αν όμως το παιδί που ήταν καβάλλα ακουμπούσε τα πόδια του στο χώμα ή έπεφτε, τότε η μάννα το χτυπούσε καί το έκαιγε. Όταν καιγόταν όλα τα παιδιά τότε γινόταν αλλαγή καί καθόταν η άλλη ομάδα κάτω.

  9) ΚΥΝΗΓΗΤΟ: Παιζόταν με πολλά παιδιά. Οριζόταν ένα παιδί που θα κυνηγάει τα άλλα με κου-μπα-νιά. Αμέσως όλα τα άλλα παιδιά σκορπιζόμασταν καί το παιδί που ορίστηκε κυνηγός έτρεχε να πιάσει ένα από τα παιδιά. Τα υπόλοιπα παιδιά τρέχαμε καί προσπαθούσαμε να παραπλανήσουμε αυτόν που κυνηγάει, γιά να γλυτώσουν άλλα παιδιά. Όποιο παιδί έπιανε ο κυνηγός αυτό έπαιρνε την θέση του καί ο προηγούμενος κυνηγός πήγαινε με τα άλλα παιδιά.     

  10) ΚΡΥΦΤΟ: Με κου-μπα-νιά ορίζονταν ποιό παιδί θα τα φύλαγε (Φύλακας) καί αυτό το παιδί γύριζε το πρόσωπο του σ΄έναν τοίχο, έκλεινε τα μάτια καί άρχιζε να μετράει φωναχτά μέχρι τον αριθμό που είχαν ορίσει από την αρχή. Όταν τελείωνε το μέτρημα έλεγε <φτού καί βγαίνω>. Στο μεταξύ τα παιδιά είχαν προλάβει να κρυφτούν καί παρακολουθούσαν το παιδί που τα φύλαγε. Αν ο φύλακας έβλεπε κάποιο παιδί φώναζε δυνατά το ονομά του καί έτρεχε να φτύσει στον τοίχο. Μετά συνέχιζε να ψάχνει ώσπου να βρεί όλα τα παιδιά που ήταν κρυμμένα. Αν όμως ένα παιδί προλάβαινε καί πήγαινε πρώτο στο σημείο που τα φύλαγε καί έλεγε <φτού ξελευτεριά>, τότε βγαίναν όλα τα παιδιά καί το παιχνίδι ξανάρχιζε από την αρχή. Αν όμως ο φύλακας έβρισκε όλα τα παιδιά, τότε το πρώτο παιδί που βρήκε γινόταν φύλακας.

  11) ΜΙ ΘΕΛΤΣ ΣΙ ΘΕΛΟΥ: Παιζόταν από μία ομάδα κοριτσιών καί μία ομάδα αγοριών των 8-10 ατόμων η κάθε μία. Το μεγαλύτερο κορίτσι από την ομάδα των κοριτσιών, η μάννα κανόνιζε τα προξενιά, δηλαδή ποιό κορίτσι θα πει το ναί καί σε ποιό αγόρι. Οι δύο ομάδες στεκόταν αντικρυστά η μία από την άλλη σε μία απόσταση 7-8 μέτρων. Την πρωτοβουλία έπαιρναν συνήθως τα αγόρια  καί ο αρχηγός τους έστελνε κάποιο αγόρι να ζητήσει κάποιο κορίτσι. Τό αγόρι πήγαινε στο κορίτσι καί το ρωτούσε λέγοντάς του <μι θέλτς;>. Το κορίτσι αν η μάννα των κοριτσιών του είχε καθορίσει άλλο αγόρι έλεγε όχι αφού το παίδευε λεκτικά, αν όμως του είχε καθορίσει αυτό το αγόρι, αφού το παίδευε πάλι αρκετά στο τέλος έλεγε το ναί καί το κορίτσι πήγαινε στην παρέα των αγοριών. Όταν τα αγόρια κατάφερναν να πάρουν κάποιο κορίτσι τότε καυχιόταν όλη η παρέα τους τραγουδώντας δύο φορές: <<Σάς πήραμι, σάς πήραμι φλουρί κωσταντινάτο>> .Απαντούσε αμέσως η ομάδα τών κοριτσιών τραγουδώντας καί αυτή δύο φορές, καί θέλοντας να υποβαθμίσει το γεγονός το <<Μας πήρετι, μας πήρετι τον σφούγγο απ' τουν φούρνου>> ή τό <<Μας πήρετι, μας πήρετι τον μπάκακα απ΄την φτσέλα>>· Το παιχνίδι τελείωνε όταν όλα τά αγόρια έβρισκαν το ταίρι τους. Το παίζανε συνήθως Κυριακή απόγευμα κάτω από τις βελανιδιές στον  'Αγιο Αθανάσιο.

  12) ΤΣΙΟΥΛΕΚΑ: Γιά αυτό το παιχνίδι χρειαζόταν δύο ξύλα, ένα μικρό 20-25 εκατ. με πελεκιμένες άκρες την τσιουλέκα καί ένα μεγαλύτερο περίπου 80 εκατ. την τσιλικόβεργα. Το παιδί που έπαιζε πρώτο έβαζε κάτω την τσιουλέκα καί την κτυπούσε στην άκρη με την τσιλικόβεργα. Η τσιουλέκα πηδούσε στον αέρα, καί τότε έπρεπε με την τσιλικόβεργα να την ξαναχτυπήσει ώστε να πάει μακριά. Το άλλο παιδί που ήταν μακριά προσπαθούσε να πιάσει την τσιουλέκα καί αν το κατόρθωνε την ξανάστελνε πίσω σ΄αυτόν που την χτύπησε με την τσιλικόβεργα. Σ΄αυτό το παιγνίδι βάζαμε και αλλάζαμε διάφορους κανόνες· ένας ήταν ότι όποιο παιδί έπιανε την τσιουλέκα άλλαζε θέση με εκείνο που κρατούσε την τσιλικόβεργα. Άλλος κανόνας ήταν ότι αν αποτύγχανε ο παίχτης τρείς φορές να χτυπήσει την τσιουλέκα έχανε. Ακόμη γιά να μετρήσουμε ποιός χτύπησε πιό μακριά την τσιουλέκα μετρούσαμε με την τσιλικόβεργα.

  13) ΕΝΑ ΛΕΠΤΟ ΚΡΕΜΜΥΔΙ: Καί αυτό το παγνίδι παιζόταν από τα κορίτσια στον Άγιο Αθανάσιο το απόγευμα της Κυριακής. Χωριζόταν σε δύο ομάδες των 7-8 ατόμων η κάθε μία, πιανόταν από τα χέρια καί στεκόταν αντικρυστά η μία ομάδα από την άλλη, σε απόσταση 8-10 μέτρων. Η Α όμάδα άρχιζε να προχωράει προς την Β ομάδα τραγουδώντας.

   Α) Ένα λεπτό κρεμμύδι γκέο βαγκέο, ένα λεπτό κρεμμύδι φράξε φραξέο. Καί γύριζε στην θέση της· ακολουθούσε η Β ομάδα τραγουδώντας καί προχωρώντας προς την πρώτη ομάδα.

   Β) Καί τι θα το εκάνετε γκέο βαγκέο καί τι θα το εκάνετε φράξε φραξέο.

   Α) Θέλουμε να το παντρέψουμε γκέο βαγκέο, θέλουμε να το παντρέψουμε φράξε φραξέο.

   Β ) Καί ποιόνε επαντρεύετε γκέο βαγκέο καί ποιόνε επαντρεύετε φράξε φραξέο.

   Α) Παντρεύουμε την Ρίνα γκέο βαγκέο, παντρεύουμε την Ρίνα φράξε φραξέο.

   Β) Καί ποιόνε την εδίνετε γκέο βαγκέο καί ποιόνε την εδίνετε φράξε φραξέο.

   Α) Της δίνουμε ένα Ναύτη που όλο μύγες χάφτει γκέο βαγκέο, φράξε φραξέο.

   Β) Αυτόνε χάρισμά σας στα μούτρα τα δικά σας γκέο βαγκέο, φράξε φραξέο.

   ........................................................................................................................

   Α) Της δίνουμε ένα πρίγκηπα με το σπαθί στο χέρι γκέο βαγκέο, φράξε φραξέο.

   Β) Αυτόνε τον εθέλουμε καί τον παρακαλάμε γκέο βαγκέο, φράξε φραξέο.

   Α) Ας πάρει τα προικιά της καί τα χρυσαφικά της να πάει στην πεθερά της, γκέο βαγκέο, φράξε φραξέο. Με τον τελευταίο στίχο το κορίτσι που λεγόταν Ρίνα πήγαινε στην άλλη ομάδα.

   Το παιχνίδι τελείωνε όταν τα κορίτσια της Α ομάδας πηγαίναν στην Β ομάδα.

  14) ΚΟΥΤΣΟ: Παχνίδι που παιζόταν από κορίτσια. Χάραζαν στο έδαφος ένα παραλληλόγραμο χωρισμένο σε τετράγωνα καί έπαιρναν μία πλατιά μικρή πέτρα καί την τοποθετούσαν στο πρώτο τετράγωνο. Μετά έπρεπε να σπρώξουν την πέτρα με το ένα πόδι από το ένα τεράγωνο στο άλλο, χωρίς να σταματήσει επάνω στις διαχωριστικές γραμμές. Αν γινόταν αυτό το κορίτσι που έπαιζε έχανε.

   15) TA MHΛΑ: Το παιχνίδι αυτό το παίζαμε αγόρια καί  κορίτσια σ΄ανοιχτό χώρο. Χωριζόμασταν σε δύο ομάδες των 6-7 ατόμων καί χρειαζόταν μία μπάλλα. Η πρώτη ομάδα έπιανε τα δύο άκρα, ενώ η δεύτερη ήταν στο κέντρο εσωτερικά. Τό παιχνίδι άρχιζε όταν ένας παίχτης της εξωτερικής ομάδας πετούσε την μπάλλα καί προσπαθούσε να πετύχει κάποιο παιδί από την εσωτερική ομάδα, αν το πετύχαινε το έκαιγε καί το έβγαζε από το παιχνίδι, αν όμως το παιδί της εσωτερικής ομάδας έπιανε την μπάλλα στον αέρα κέρδιζε ένα μήλο καί η ομάδα του αποκτούσε πλεονέκτημα. Έτσι αν κτυπιόταν αργότερα με την μπάλλα δεν καιγόταν, γιατί εξαγόραζε το κάψιμο του με το μήλο του. Ακόμα μπορούσε με το μήλο του, να εξαγοράσει το κάψιμο κάποιου άλλου συμπαίχτη. Στο τέλος όταν έμενε ένας παίχτης από την ομάδα του κέντρου, έπρεπε οι παίχτες της άλλης ομάδας να τον πετύχουν με δέκα ριξιές, αλλιώς ξαναμπαίνανε όλοι οι καμμένοι στο παιχνίδι

   16)ΜΠΙΛΙΕΣ: Παιζόταν μόνο από αγόρια. Οι μπίλιες ήταν γιάλινοι βώλοι με ανάμικτα χρώματα, ή σιδερένιοι αν τους παίρναμε από ρουλεμάν. Κάναμε ένα μικρό κύκλο καί από απόσταση 3-4 μέτρων, ρίχναμε στην αρχή από μία μπίλια καί όποιος πλησίαζε πιό κοντά στον κύκλο, έπαιζε πρώτος καί προσπαθούσε βάζοντας την μπίλια μεταξύ αντίχειρα καί δείκτη του χεριού του, με κατάλληλη έκτίναξη του αντίχειρα από το έδαφος, ή ακόμη καί από το ύψος του γόνατου να πετύχει την μπίλια του αντιπάλου καί ανάλογα με τους κανόνες που είχαμε βάλλει κέρδιζε μία μπίλια με κάθε 5 ή 10 χτυπήματα. Εδώ θυμάμαι είχαμε ειδικό λεξιλόγιο· <<Καθαρίζω>> τό έλεγε ο παίχτης πού ήταν η σειρά του να κάνει βολή καί τον εμπόδιζαν  τυχόν πετραδάκια, τα οποία ήταν στην ευθεία της βολής. Αν όμως ο αλλος έλεγε πρώτος <<Καθώς>>, τότε ο παίχτης που θα έκανε την βολή δεν είχε δικαίωμα να διώξει τα πετραδάκια από την ευθεία. Άλλες λέξεις ήταν <<Τσιουρβάς>> που σήμαινε το κομμάτι που αποχωριζόταν από την μπίλια  μετά από μιά δυνατή βολή. <<Φουρέλου>> λεγόταν η καινούργια αχρησιμοποίητη μπίλια. <<Νουμάς>> η μεγάλη μπίλια. <<Καφούτ>> η δυνατή καί ευθύβολη βολή. <<Nά μείν(ει)>> ή <<νά πάει>>,όταν βάζαμε το πόδι πίσω από την μπίλια που επρόκειτο να χτυπηθεί καί εξαρτάται ποιός το έλεγε πρώτος. Καλύτεροι καί πιό εύστοχοι σ΄αυτό το παιχνίδι ήταν ο Κώστας Δασκαλόπουλος καί ο Νίκος Αποστολίδης τού Απόστολου.

   Άλλα παιχνίδια ήταν τα σκλαβάκια, το κρυφτό στις αχυρώνες, ο φίτσιος, η πρώτη ελιάπερνάει περνάει η μέλισσα, η κολοκυθιά καί φυσικά το ποδόσφαιρο· όπου καί εδώ είχαμε τους δικούς μας κανόνες καί λεξιλόγιο. Φυσικά δεν είχαμε την ανάγκη διαιτητή, όποιος έπεφτε κάτω έλεγε<< φάουλ>> καί έπιανε την μπάλλα γιά να το εκτελέσει. Αν η μπάλλα χτυπούσε στο χέρι κάποιου τότε λέγαμε <<έντςς>> καί το εκτελούσαμε σαν φάουλ. Μερικές φορές αν περίσσευε καί κανένας καί ήθελε να παίξει, έπαιζε σαν << Μσιάκας>>, δηλαδή ήταν μισός από την μία ομάδα καί μισός από την άλλη καί έπαιζε αναλόγως. Τα υποτυπώδη γήπεδα που παίζαμε ποδόσφαιρο ήταν πρώτα το προαύλιο του σχολείου, η ράχη η πλακένια, η οποία δεν έχει καμμία σχέση με την σημερινή καί φυσικά η πλατεία όπου παίζαμε μονότερμα. Εκεί έχουν διαδραματισθεί απίθανες καταστάσεις, με πρωταγωνιστή τον μπάρμπα Κωσταντή, όταν σε ένα δυνατό σούτ η μπάλα πέρασε με δύναμη την πόρτα εισόδου του μαγαζιού καί γκρέμισε ότι υπήρχε στα απέναντι ράφια. Φυσικά καί εξαφανιστήκαμε καί την μπάλλα δεν την πήραμε ποτέ. Καί ακόμη μία φορά πού παίζαμε μονότερμα καί ακουγόταν συνέχεια η λέξη <<μ@..κ@>> από όλους μας, με αποτέλεσμα να βγεί ο μπάρμπα Κωνσταντής καί να πεί <<Πέτι κι άλλου μ@λ@κ@, πέτι του πουλλές φουρές, μη σταματάτι να του λέτι, να του μαζώξουμι να τόχουμι κι γιά του χ(ει)μώνα>>. Διακόπταμε το παιχνίδι μόνο αν περνούσε κάποιο μουλάρι ή γαϊδούρι γιά να μην σκιαχτεί καί σταματούσαμε το παιχνίδι όταν νύχτωνε.

   Βλέποντας τώρα τα μέρη που παίζαμε παιδιά, απορώ πως τόσα πολλά παιδιά χωρούσαμε σε τόσο στενούς χώρους καί πως αυτοί οι χώροι μας φαινόταν τόσο μεγάλες ανοιχτωσιές τότε.

                                          Χρήστος Ζτάλιος     

4 σχόλια:

  1. Χρηστο πολυ ωραιο αρθρο πολλα τα ειχα ξεχασει αλλα μου τα υπενθυμισες

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Συγχαρητήρια Χρήστο,διαβάζοντας και νοσταλγώντας θυμήθηκα και την πινακωτή,(πινακωτή .πινακωτή; έλα από το άλλο μου τ αυτί) δεν ξέρω αν το παίζατε και σείς.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Χρηστο αυτος που "περισσευε" στη διανομη επαιζε κι αυτος και εμεις τον λεγαμε "πανταπαντς" (παντα και παντου) και επαιζε κατα βουληση οπως ηθελε πχ μπορει μια φορα να βοηθουσε τημια ομαδα και μετα να επαιζε με την αλλη....δημητρης μαρκοπουλος φαινομαι σαν shuma

    ΑπάντησηΔιαγραφή