.

.

Παρασκευή, 31 Αυγούστου 2012

Η ζωή παλιά στο Ζάλοβο, γράφει ο Χρήστος Ζτάλιος.


                                    "Η  ΖΩΗ  ΠΑΛΙΑ  ΣΤΟ  ΖΑΛΟΒΟ"
                                                                                                    (Μνήμες από Ζάλοβο)
    Όλοι γεννιόμαστε  και μεγαλώνουμε κάπου, τον τόπο γέννησης μας τον επιλέγει η τύχη. Ο τόπος αυτός έχει πάντα μιά ζεστή θέση στην καρδιά μας.
   Τα παιδικά μου χρόνια μέχρι την ηλικία των δώδεκα χρόνων τα πέρασα στο χωριό. Οι μνήμες πάρα πολλές, παρ΄όλο που οι συνθήκες δεν ήταν καί οι καλύτερες. Το Ζάλοβο όπως  όλα τα χωριά πιστεύω, είχε απ΄όλα : Χαρές, λύπες, γκρίνιες, μιζέρια, αθώα μαλλώματα, είχε όμως καί αγάπη, υποστήριξη καί τελικά συνύπαρξη. Ταξικές διαφορές δεν υπήρχαν, (από τότε είχαμε ισότητα) όλοι είχαμε τα ίδια μπαλώματα στα παντελόνια μας ,δύο στα γόνατα καί δύο στα οπίσθια.

   Αν συγκρίνουμε την δεκαετία που είμασταν παιδιά με την σημερινή εποχή, πολλοί από εμάς θα προτιμήσουν εκείνα τα χρόνια, στο μόνο που υπερτερεί η σημερινή εποχή είναι η πληθώρα των υλικών αγαθών καί μηχανημάτων που κάνουν την ζωή πιό εύκολη καί πιό ξεκούραστη. Αυτός όμως τότε ο μικρόκοσμος του Ζαλόβου ήταν περίτεχνα δομημένος με τα πιό ταπεινά υλικά, την πέτρα καί το ξύλο καί είχε τα πετρόχτιστα σπίτια, τις ξύλινες αυλόπορτες, τους κέδρινους φράχτες του, τα καλντερίμια, τα στενά σοκκάκια, τις ράχες του, τούς μπαξέδες, καί τις παραδοσιακές βρύσες περιφερειακά του χωριού με τα κρύα νερά.

   Το χωριό τότε είχε αρκετό κόσμο. Μόνο το σχολείο αριθμούσε πενήντα παιδιά, τα σπίτια  όλα ήταν κατοικήσιμα, σπάνια θα έβλεπε κανείς άδειο σπίτι όχι όπως σήμερα που τα περισσότερα είναι κλειστά καί από αυτά λίγα ανοίγουν το καλοκαίρι.


   Όπως σε  κάθε χωριό έτσι καί στo Ζάλοβο επικρατούσε o θεσμός της οικογένειας. O άντρας ήταν o αρχηγός του σπιτιού καί είχε τo γενικό πρόσταγμα, η γυναίκα όφειλε να τον σεβαστεί καί να τον υπακούει σε ότι αυτός αποφάσιζε. Οι άντρες τότε το θεωρούσαν μειονοτικό να ασχολούνται με τις δουλειές του σπιτιού. Τα περίμεναν όλα στο χέρι, έτσι το ήθελε ή παράδοση, καί γιά αυτό δεν βάζανε ούτε ένα ποτήρι νερό να πιούν μόνοι τους, το ζητούσαν καί αυτό από τις γυναίκες καί ας ήταν δίπλα στην φτσέλα. Σαν πατεράδες δεν νοιαζόταν αλλά καί ούτε αδιαφορούσαν γιά το μεγάλωμα των παιδιών· το ανέθεταν καί αυτό στις γυναίκες. Ήταν αυστηροί, λιγομίλητοι, σοβαροί. Οι γυναίκες πιστεύω τότε ήταν πολύ αδικημένες έναντι των ανδρών (τούρκικα κατάλοιπα). Η γυναίκα όταν παντρεύονταν έπαιρνε όχι μόνο το επίθετο του ανδρός της αλλά καί το όνομα. Έτσι αν ο άνδρας λεγόταν Γιώργος την αποκαλούσαν Γιώργιενα, αν λεγόταν Κώστας ,Κώσταινα . Οι νύφες έτρεφαν πολύ μεγάλο σεβασμό καί δεν τολμούσαν να κοιτάξουν τα πεθερικά στα μάτια, ιδίως τον πεθερό που τόν αποκαλούσαν Αφέντη. Οι άνδρες όταν δεν είχαν δουλειά στα αμπέλια πήγαιναν στην πλατεία ή στα καφενεία όπου περνούσαν ευχάριστα την ώρα τους. Δεν συνέβαινε το ίδιο όμως καί με τις γυναίκες οι οποίες ήταν επιφορτισμένες με ένα σωρό δουλειές όπως καθαριότητα, ζύμωμα, μαγείρεμα, πλύσιμο, αργαλειός καί φροντίδα οικόσιτων ζώων. Επίσης όταν πήγαιναν κάπου δεν χασομερούσαν, κουβαλούσαν καί την δουλειά μαζί τους πλέξιμο, κέντημα. Σαν μάννες ήταν ήταν όλο αγάπη, τρυφερότητα, υπομονή καί ανοχή καί σ΄αυτήν τα παιδιά εύρισκαν καταφύγιο σε κάθε δυσκολία. Οι ηλικιωμένοι είχαν τον σεβασμό όλων. Ο παππούς βοηθούσε όσο μπορούσε κυρίως στις εξωτερικές εργασίες. Οι γιαγιάδες όμως έπαιζαν σημαντικό ρόλο στο σπίτι, αυτές αναλάμβαναν τα του σπιτιού όταν οι μάννες μας λείπανε στα αμπέλια. Αυτές ήταν πού ετοίμαζαν το φαγητό καί έβαζαν καί ένα μέρος απ΄αυτό στο κρεμαστό γιά να το μεταφέρουμε στα αμπέλια που δούλευαν οι γονείς μας καί εμείς δρόμο δέκα λεπτών τον κάναμε δύο ώρες χαζεύοντας εδώ καί εκεί, ενώ δεν ήταν λίγες οι φορές που το πηγαίναμε μισό γιατί από απροσεξία το άλλο μισό μας χυνόταν. Οι γιαγιάδες ήταν που μας καταφέρνανε να φάμε όταν μας έπιανε το παιδικό πείσμα καί παρ΄όλο που πεινούσαμε τούς απειλούσαμε ότι δεν θα φάμε, ενώ από μέσα μας λέγαμε ότι αν μας παρακαλέσουν ακόμη μία φορά θα φάμε. Αυτοί μας παρακαλούσαν αλλά ο παιδικός εγωϊσμός δεν μας άφηνε καί μας γλύτωναν οι γιαγιάδες.

   Σήμερα όταν λέμε την λέξη παιδιά εννοούμε ένα σύνολο αγοριών καί κοριτσιών. Τότε η λέξη παιδί σήμαινε αγόρι, είχαμε δηλαδή παιδιά καί κορίτσια. Τα αγόρια ήταν γενικά πιό ελεύθερα ένώ τα κορίτσια ήταν πάντα πιό περιορισμένα.

   Οι μέρες της εβδομάδας ξεκινούσαν με τις καθημερινές ασχολίες, τα ανδρόγυνα στα αμπέλια, οι ηλικιωμένοι στα σπίτια καί τα παιδιά στο σχολείο. Το σχολείο τότε λειτουργούσε έξη μέρες την εβδομάδα πρωί καί απόγευμα, εκτός από το απόγευμα του Σαββάτου. Όταν πήγαινα στις πρώτες τάξεις κουβαλούσαμε από το σπίτι ένα αλουμινένιο κύπελλο γιά να πιούμε το γάλα σκόνη που έβραζαν οι μάννες μας με την σειρά. Μάς δίνανε θυμάμαι καί ένα κομμάτι κίτρινο τυρί πολύ νόστιμο. Τα πράγματα όμως άλλαξαν μετά από μερικά χρόνια καί στις τελευταίες τάξεις το πρωινό έγινε μεσημεριανό καί τρώγαμε σε αλουμινένια πιάτα στο σπίτι της Πελαγίας. Εκεί μάθαμε καί το πληγούρι το οποίο το είχαμε κάθε παρασκευή καί δεν ήταν ιδιαίτερα αγαπητό στην πλειονότητα των μαθητών. Τα πιό αγαπημένα μαθήματα τουλάχιστον γιά μένα ήταν, η Ιστορία, η Γεωγραφία καί πιό πολύ η χειροτεχνία. Θυμάμαι μας είχαν φέρει κομμάτια κόντρα πλακέ καί κάτι χειροκίνητες σέγες καί δημιουργούσαμε διάφορα σχήματα καί φιγούρες.

   Τον οκτώβριο άρχιζε ο τρύγος· Οι γονείς μας αφού γέμιζαν τα γαλλίκια με σταφύλια τα μετέφεραν στο χωριό με τα γαϊδούρια ή τα μουλάρια καί τα άδειαζαν σ΄ένα μεγάλο κάδο όπου γινόταν το πάτημα, μπαίνοντας μέσα με μπότες ή καί ξυπόλητοι γιά να βγεί ο μούστος. Μιά διαδικασία στην οποία τρέχαμε να συμμετάσχουμε καί εμείς τα παιδιά μόλις χτυπούσε το κουδούνι του σχολείου. Μέσα στον Νοέμβριο ξεκινούσε η παραγωγή ενός άλλου πολύτιμου αγαθού εκτός του κρασιού που μας δίνουν τα αμπέλια την ρακή . Τότε άνοιγαν τα καζαναριά όπου γινόταν το βράσιμο των τσίπουρων καί μερικές φορές κρατούσε μερόνυχτα ανάλογα με την ποσότητα που είχε ο κάθε παραγωγός.

  Τα χριστούγεννα είχαμε το σφάξιμο του γουρουνιού. Οι γονείς μας φρόντιζαν γιά το μάζεμα της λίγδας, τις τσιγαρίδες, τις λουκανίτσες καί το μπάχουρο. Τό δικό μας μέλημα όμως ήταν να πάρουμε την ουροδόχο κύστη του γουρουνιού καί να την φτιάξουμε μπάλα ποδοσφαίρου καί μάλιστα την αλείφαμε με στάχτη γιά να κρατήσει περισσότερο. Μάταια όμως, δεν κρατούσε πάνω από δύο ημέρες. ν παραμονή των χριστουγέννων ανάβαμε τον μεγάλο φανό στην πλατεία του χωριού παίρνοντας ένα μεγάλο ξύλο από κάθε σπίτι. Ακολουθούσε ο κόλιντρας από εμάς τα παιδιά, σηκωνόμασταν πολύ πρωί καί μέσα στην παγωνιά, αφού παίρναμε την ματσούκα καί ένα τρουβά ξεκινούσαμε από τον κάτω μαχαλά καί παίρναμε με την σειρά τα σπίτια τραγουδώντας <<κόλιντρα μπάμπου κόλιντρα>> μαζεύοντας τις κλούρες από κάθε σπίτι. Την πρωτοχρονιά είχαμε τα λουκατσιάρια όπου τα μεγάλα παιδιά ντυνόντουσαν καρναβάλια καί χορεύανε στην πλατεία. Του Αγίου Αθανασίου μαζευόμασταν στο ομώνυμο εξωκκλήσι όπου γινόταν θεία λειτουργία καί μετά ακολουθούσε χορός,τραγουδώντας πρώτα οι άνδρες καί μετά οι γυναίκες . Τίς απόκριες τα παιδιά φροντίζαμε γιά το κόψιμο καί μεταφορά των κέδρων σε καθε μαχαλά ξεχωριστά, ενώ τα φυλάγαμε μέχρι αργά την νύχτα. Ακολουθούσε ο φανός καί τα γνωστα αποκριάτικα τραγούδια. Όταν έμπαινε ο Μάρτης εμάς τα παιδιά μας εύρισκε με ένα βραχιόλι στο δεξί χέρι από ασπροκόκκινη κλωστή που φρόντιζαν να μας βάλλουν οι γιαγιάδες μας γιά να μην μαυρίσουμε από τον ανοιξιάτικο ήλιο. Τήν 25η Μαρτίου γινόταν γιορτή στο σχολείο καί τα μεγαλύτερα παιδιά παίζανε θέατρο ή λέγαν ποιήματα φορώντας τις κατάλληλες στολές. Κατόπιν ερχόταν το πάσχα, στολίζαμε τον επιτάφιο καί συμμετείχαμε στην περιφορά της εικόνας καί στην ψαλμωδία του "Η ζωή εν τάφω". ν νύχτα που γινόταν η Ανάσταση όλο το χωριό ήταν στην εκκλησία, ενώ εμείς οι μικροί φροντίζαμε περισσότερο γιά το σκάσιμο των κροτίδων. Την κυριακή του πάσχα γινόταν χορός στην πλατεία αμέσως μετά την θεία λειτουργία από τους ηλικιωμένους του χωριού. Τον Ιούνιο που έκλειναν τα σχολεία γινόταν πάλι γιορτή λέγαμε ποιήματα καί παίρνανε τα ενδεικτικά μας όσοι ήταν επιμελείς, οι υπόλοιποι μένανε στην ίδια τάξη. Αμέσως μετά ο Δάσκαλος μαζί με τον Πρόεδρο του χωριού αποφάσιζαν ποιοί θα πάνε στην κατασκήνωση του Ζιάκα, που διαρκούσε 25 ημέρες. Ως συνήθως στέλνανε άτομα αδύνατα από τις μεγαλύτερες τάξεις. Τον Ιούλιο είχαμε το αλώνισμα που γινόταν με μουλάρια ή γαϊδούρια τα οποία γύριζαν περιμετρικά ενός στύλου (Ζτέκερος) πατώντας τα στάχια γιά να βγεί το σιτάρι καί ήταν η χαρά των παιδιών γιά τις κολοτούμπες που κάναμε πάνω στα άχυρα. Στις 26 Ιουλίου πηγαίναμε στο εξωκκλήσι της Αγίας Παρασκευής γιά την θεία λειτουργία περνώντας το πρωί από το γεφύρι Καγκέλια. Γιά την επιστροφή όμως όλοι γυρίζαμε από τον Τιτιό όπου εμείς τα παιδιά κάναμε μπάνιο. ν παραμονή του δεκαπενταύγουστου μαζεύομασταν πολλοί χωριανοί κυρίως γυναίκες καί παιδιά καί πηγαίναμε με τα πόδια στο Σπήλαιο καί ξαγρυπνούσαμε την νύχτα μέσα στην παλιά εκκλησία γιά να είμαστε παρόντες στην πρωϊνή θεία λειτουργία της Παναγίας καί στο ομώνυμο πανηγύρι.

   Τις κυριακές καί τις γιορτές πηγαίναμε στην εκκλησία γιά την θεία λειτουργία, εκεί θυμάμαι οι επίτροποι τοποθετούσαν ένα λουλούδι στο πέτο του εορτάζοντα καί τον ράντιζαν με μιά κολώνια στο κεφάλι, την μυρωδιά της οποίας την θυμάμαι ακόμη. Όταν σχολούσε η εκκλησία οι γυναίκες πήγαιναν στα σπίτια γιά την ετοιμασία του κυριακάτικου γεύματος το οποίο ως συνήθως πάντα περιείχε κρέας, ενώ οι άνδρες καί ιδίως τα παιδιά γεύονταν από μία μερίδα κοκορέτσι που έφτιαχνε καί πουλούσε προς δύο δραχμές ο θείος μου Γιώργης. Στις ονομαστικές εορτές οι άντρες φτιάχνανε παρέες έξη ή εφτά ατόμων περίπου καί πηγαίναν επισκέψεις στα σπίτια αυτών που γιόρταζαν γιά να ευχηθούν τα χρόνια πολλά και τραγουδούσαν τοπικά τραγούδια. Το ίδιο κάναμε καί εμείς τα παιδιά, δημιουργούσαμε καί εμείς παρέες καί πηγαίναμε να κεραστούμε απαιτώντας καί εμείς να μας στρώσουν τραπέζι,καί όχι να μας γεμίσουν τις τσέπες καρύδια,στραγάλια καί να μας διώξουν.

   Επίσης τότε είχαμε καί γάμους στο χωριό, (Χαρά αποκαλούσαμε τον Γάμο, γιατί όλο το χωριό χαιρόταν). Ο Γαμπρός καί η Νύφη καλούσαν τους συγγενείς στον γάμο μερικές μέρες πιό μπροστά. Δυό κορίτσια κρατώντας μία μαλάθα πήγαιναν στα σπίτια των συγγενών καί δίνοντάς τους μία κλούρα που είχε ένα κλωνάρι βασιλικού, τους έλεγαν ότι είναι καλεσμένοι στον γάμο. Η τελετή στην εκκλησία γινόταν λίγο μετά το μεσημέρι καί μετά ακολουθούσε χορός στην πλατεία ,ή σε κάποια ράχη του χωριού. Είχαμε καί βαφτίσια όπου γινόταν χαμός από εμάς τους μικρούς γιά τα σχαρίκια καί όπως καί να το κάνουμε ένα τάλληρο τότε ήταν μεγάλη υπόθεση γιά αυτόν που θα πήγαινε πρώτος το όνομα στον πατέρα του παιδιού.

   Την ημέρα της Κυριακής όταν ο καιρός ήταν καλός, τα παιδιά καί οι πιό μεγάλοι ακόμα πηγαίναμε βόλτα στον Άγιο Αθανάσιο όπου παίζαμε διάφορα παιχνίδια, ποδόσφαιρο ως συνήθως τα αγόρια σε ένα γυρτό υποτυπώδες γήπεδο, ή άν παίζαμε μαζί με τα κορίτσια παίζαμε το παιχνίδι << Μι θέλτς σι θέλου>> που είχε πολύ γέλιο κάτω από τις μεγάλες βελανιδιές. Τα καλοκαιρινά βράδια τις καθημερινές η βόλτα γινόταν πρώτα στην ράχη πλακένια του επάνω μαχαλά καί αργότερα μεταφέρθηκε στον δρόμο του κάτω μαχαλά,όπου πλέκονταν καί μερικά ειδύλλια·η  δε σκάλα της Παντελήνενας είχε την τιμητική της.

   Από πολιτιστικά δεν πηγαίναμε καί τόσο άσχημα, πέντε με έξη φορές τον χρόνο είχαμε κινηματογράφο όταν ερχόταν το Ντόϊτς του στρατού. Τότε τα παιδιά γυρίζαμε όλο το χωριό καί ενημερώναμε τους χωριανούς γιά το γεγονός φωνάζοντας <<Ντόιτς Σινεμάς>>· καί μόλις άρχιζε να σουρουπώνει έβλεπες τους Ζαλοβίτες με μία καρέκλα ή ένα σκαμνί παραμάσχαλα να εμφανίζονται στην πλατεία όπου καί γινόταν η προβολή της ταινίας όταν ο καιρός ήταν καλός. Κάτω από τόν εκνευριστικό ήχο της γεννήτριας άρχιζαν πρώτα τα επίκαιρα καί μετά το κυρίως έργο, το οποίο ήταν συνήθως βλάχικο ή κοινωνικό με Καρέζη, Καΐλα ή Κακαβά. Εκεί  κατά διαστήματα άκουγες τις πιό ηλικιωμένες να καταριούνται φωναχτά τους κακούς πρωταγωνιστές της ταινίας. Όταν ο καιρός δεν ήταν καλός η προβολή της ταινίας γινόταν στην υπόγεια αίθουσα του σχολείου.

    Όταν έκανε την εμφάνισή της  τηλεόραση όλοι μαζευόντουσαν στα σπίτια αυτών που είχαν γιά να παρακολουθήσουν τα σήριαλ της εποχής. Αργότερα η κοινότητα τοποθέτησε μία τηλεόραση στην υπόγεια αίθουσα του σχολείου όπου παρακολουθούσαμε κυρίως ποδόσφαιρο·εκεί να δείτε πόσο δύσκολο ήταν να πείσεις κάποιον σε μεγάλη ηλικία ότι αύτό που φώναζε αυτός<< Κι άλλου γκόλ >>δεν ήταν παρά το ίδιο γκολ σε επανάληψη καί μάλιστα σε αργή κίνηση.

   Αν όλα αυτά τα τοποθετήσω στο ένα μέρος μιάς ζυγαριάς καί στο άλλο τοποθετήσω την σημερινή εποχή, η ζυγαριά γιά μένα θα γείρει χωρίς σκέψη στο πρώτο μέρος .

                                     Χρήστος Ζτάλιος

                                                                                                   


                                                                                                          

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου